stats counter

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Ιστορία της γλώσσας των ελληνικών επιστημονικών χειρογράφων



Γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ Codex Vindobonensis phil. Gr. 65 ἔγινε ἀρχικὰ πιστὴ μεταγραφὴ τοῦ κειμένου τὸ ὁποῖο εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀνορθόγραφο. Σὲ δεύτερη φάση ἔγιναν ὅλες οἱ ἀπαραίτητες ὀρθογραφικὲς διορθώσεις μόνο στὰ σημεῖα ὅπου δὲν ἐπηρεαζόταν τὸ φωνητικὸ ἄκουσμα τῶν λέξεων. Π.χ. ὁ συγγραφέας χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη "μερισθής", γιὰ νὰ δηλώσει τὸν διαιρέτη κάποιου ἀριθμοῦ καὶ ὄχι τὸν διαιρετέο, ποὺ εἶναι ὁ "μερισθείς". Ἑπομένως τὸ σωστὸ θὰ ἦταν, νὰ γράφαμε "μεριστὴς" (αὐτὸς ποὺ διαιρεῖ), ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἐπέμβαση δὲν ἔγινε, διότι θὰ ἀλλοίωνε τὸ φωνητικὸ ἄκουσμα τῆς λέξης. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ λέξη "πραγματευθής", ὁ ὁποῖος δηλώνει τὸν ἔμπορο, δηλαδὴ τὸν πραματευτή, καὶ ἡ ὁποία ἀφέθηκε ὡς εἶχε στὸ πρωτότυπο κείμενο. Ἡ στίξη τέλος προσαρμόσθηκε στὰ σημερινὰ δεδομένα.
Ἡ γλώσσα καὶ τὸ ὕφος διατηροῦνται σὲ ὅλο τὸ κείμενο. Aὐτὸ ἐνισχύει τὴν ἄποψη ὅτι γράφηκε ἀπὸ τὸ ἴδιο πρόσωπο. Βέβαια ὑπάρχουν ὁρισμένες λέξεις, ὅπως τὰ κοῦβα (ἡ τρίτη δύναμη τοῦ ἀγνώστου χ σὲ μίαν ἐξίσωση), οἱ ὁποῖες ἐμφανίζονται γραμμένες κατὰ δύο ἢ καὶ τρεῖς διαφορετικοὺς τρόπους ἀκόμα καὶ στὸ ἴδιο κεφάλαιο[1]. Αὐτὸ ὅμως ἴσως νὰ ὀφείλεται σὲ κάποια σχετικὴ ἀδιαφορία τοῦ συγγραφέα.
Ἡ ἐπίδραση τῆς Δύσης εἶναι ἐμφανέστατη, καθὼς χρησιμοποιοῦνται λέξεις καὶ ὅροι λατινικοί. Π.χ. ὁ ἄγνωστος χ ὀνομάζεται "πρᾶγμα", καὶ τὸ τετράγωνό του καλεῖται "τζένσο". Γνωρίζουμε ὅμως, ὅτι ὁ Jordanus Nemorarius (περ. 1225 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε σύγχρονος τοῦ Φιμπονάτσι (Leonardo Pisano Fibonacci) χρησιμοποιοῦσε τoὺς ὅρους "πρᾶγμα" (res), "τετράγωνο" (census zensus), "κύβος" (cubus)[2]. Βέβαια ἡ λατινικὴ ἐπιρροὴ ὁμολογεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος γράφει σὲ πολλὰ σημεῖα "ὡς παρὰ Λατίνοις μανθάνομεν", καὶ ἀπὸ προβλήματα σχετικὰ μὲ ταξίδια πλοίων πρὸς καὶ ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ τὴ Φλωρεντία (Φλωρέντζα).
Μολονότι ἡ προέλευση τοῦ χειρογράφου εἶναι ἄγνωστη, ὅπως καὶ ἡ ταυτότητα τοῦ συγγραφέα της, ἐπισημαίνω κάποιες ἐκφράσεις πιθανὸν κυπριακές: Π.χ. "τὸ βηλάριν τὴν τζόχαν" ἀντὶ "τὸ βηλάρι"[3], τὸ ὁποῖο εἶναι εἶδος λεπτοῦ ἑλληνικοῦ ὑφάσματος. Χρησιμοποιεῖται ἐπίσης "τὸ καντάριν" ἢ "τοκηντήριν" ἀντὶ τῆς λέξεως "καντάρι", γιὰ νὰ δηλώσει τὸν ἀρχαῖο στατῆρα μὲ τὸν ὁποῖον ζυγίζονταν εἴδη μεγάλου βάρους[4]. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὴ λέξη "βουτζὶν" ἢ "βουτζίον", τῆς ὁποίας ὁ ὀρθὸς τύπος εἶναι "βουτσίον" καὶ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ δηλώσει τὸ ξύλινο βαρέλι ποὺ περιέχει κρασί[5].
Γενικὰ ὡς πρὸς τὴ γλώσσα τοῦ Codex Vindobonensis phil. Gr. 65, μολονότι ἐμφανίζεται  κάποια ἐπίδραση ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς καθημερινῆς ζωῆς τῶν ἐμπόρων[6], δὲν πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ ἀποδώσουμε ἀγραμματοσύνη στὸν ἀνώνυμο συγγραφέα της κρίνοντας ἀπὸ τὰ ὀρθογραφικὰ  λάθη τοῦ χειρογράφου, καὶ ἀπὸ κάποιες ἰδιαιτερότητες στὴ γραμματικὴ καὶ τὴ σύνταξη[7]. Κάποιες φορὲς δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση, ὅτι αὐτὸς ποὺ ἔγραψε τὸ χειρόγραφο γράφει ὅπως ἀκούει[8], (π.χ. "ἠθούτως" ἀντὶ "εἶθ' οὕτως", ἢ "τοκηντήρι" ἀντὶ "τὸ κηντήρι"). Ὅπως ὅμως ἐπισημαίνουν καὶ οἱ Η. Hunger καὶ Κ. Vogel στὴν ἔκδοση τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ κώδικα, καὶ ὁ συγγραφέας ἐκείνου τοῦ ἔργου, ἐνῷ γράφει ὅπως ἀκούει, ἐν τούτοις διατηρεῖ τὴ δοτικὴ[9], ἀναμειγνύει καθαρεύουσα μὲ δημοτική, καὶ χρησιμοποιεῖ πολλὲς ξένες λέξεις[10].
Παρ' ὅλα αὐτά, διαβάζοντας τὴν ἙλλΒιενΜαθΠραγμ. ἔχει κανεὶς τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ ἀνώνυμος συγγραφέας ἐπιδιώκει μιὰ ἁρμονία καὶ ἕνα ρυθμὸ στὸ κείμενό του. Πιστεύω ὅτι ἡ σκοπιμότητα εἶναι ἀφενὸς μὲν αἰσθητική, διότι ὁ ρυθμὸς προσδίδει κάλλος, ἀφετέρου δὲ παδαγωγική, διότι αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου "ποιοῦσιν εὐσχήμονα τὴν ψυχὴν αὐτῶν ποὺ ἀκούουν"[11]. Ἐπιπλέον ἡ γλωσσοπλαστικὴ τάση τῶν Βυζαντινῶν ἔχει δημιουργήσει ἕνα τεράστιο λεξικογραφικὸ θησαυρό, γιὰ τὸν ὁποῖο γνωρίζουμε πολὺ λίγα (σὲ κείμενα ρητορικά, ἱστοριογραφικά, νομικά, μαθηματικά), καὶ καθὼς τὸ κλασσικίζον γλωσσικὸ στρῶμα ἀναμειγνύεται μὲ τὸ ἁπλούστερο τῆς γραφῆς τῶν Εὐαγγελίων, καὶ μὲ τὸ δημῶδες, χωρὶς νὰ ὑπάρχει μεταξύ τους σαφὴς διάκριση, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἀκόμα καὶ οἱ ἴδιοι οἱ συγγραφεῖς (Μιχαὴλ Ψελλός, Θεόδωρος Πρόδρομος) παρουσιάζουν διαφορετικὲς γλωσσικὲς τάσεις[12].
Ἡ γενικὴ ἄποψη κατὰ τὴν ὁποία, ὅ,τι ἔχει γραφεῖ ἀπὸ ὑποτιθέμενους ἀγράμματους εἶναι δημῶδες, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπόλυτη[13]. Καὶ τοῦτο διότι συνήθως οἱ συγγραφεῖς ἐνόθευαν τὴν ἀττικὴ διάλεκτο μὲ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν κοινὴ γλώσσα, ἡ ὁποία εἶχε πολλὰ δάνεια ἀπὸ τὴ λατινική· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ κοινὴ ἀκόμα περιλάμβανε δημώδεις τύπους. Τὰ πράγματα ὅμως  περιπλέκονται περισσότερο, ἂν ληφθεῖ ὑπόψιν ὅτι ἡ μεσαιωνικὴ δημώδης νοθεύεται συχνὰ ἀπὸ τύπους λογιώτερους, καὶ ἡ νεοελληνικὴ δημώδης ἀναμειγνύεται μὲ στοιχεῖα συντηρητικώτερα.
Τὸ πιθανότερο λοιπὸν εἶναι, ἡ γλώσσα τῶν ἐπιστημονικῶν χειρογράφων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς νὰ ἀντανακλᾶ μία προσπάθεια ἀπομίμησης τῆς ἀττικῆς διαλέκτου,  ἴσως διαφορετικῆς ἀπὸ τὴν καθομιλουμένη. Δηλαδή, φαίνεται παρακινδυνευμένο τὸ συμπέρασμα, ἡ χρησιμοποιούμενη γλώσσα νὰ εἶναι καὶ ἡ γλώσσα τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, διότι ἀπὸ τὸν 12ον αἰ. μ.Χ. ἡ "λογικὴ παιδεία" εἶχε ὡς σκοπὸ νὰ γράφουν οἱ νέοι τὴν ἀττικὴ διάλεκτο[14], ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζουμε καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Βυζαντινὸς λόγιος ὅταν γράφει περὶ διδακτικῶν θεμάτων ἀγωνίζεται νὰ διακριθεῖ ἀκόμα καὶ μὲ τὸ ὕφος τῆς γραφῆς, ἰδιαίτερα μάλιστα ὅταν καταγίνεται μὲ προβλήματα[15]. Ἡ συγγραφὴ διδακτικῶν θεμάτων συγκρίνεται μὲ αὐτὴ τῶν δοκιμίων ποὺ ἐκθέτουν ἐπιστημονικὲς γνώσεις σὲ κατάλληλη ἐκλαϊκευτικὴ μορφή. Οἱ Βυζαντινοὶ συγγραφεῖς κατεῖχαν τὴν τέχνη νὰ διδάσκουν λαμβάνοντας ὑπόψιν τους τὸ ἐπίπεδο μόρφωσης τοῦ μαθητοῦ, καθὼς καὶ τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν ἐνδιαφερόντων του, καὶ προσπαθώντας νὰ κάνουν ζωντανὴ τὴ διδασκαλία τους, τὴν ἐμπλούτιζαν καὶ μὲ πνευματώδεις παρατηρήσεις ἀκόμα[16]. Τὴν ἐποχὴ Παλαιολόγων ἡ ροπὴ πρὸς τὴν καθαρεύουσα φθάνει στὸ ἀποκορύφωμα, καὶ μεγαλώνει τὸ χάσμα μεταξὺ καθομιλουμένης καὶ γραφομένης. Ἐπιπλέον δὲν πρέπει νὰ ἀγνοηθεῖ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ ἔπρεπε σὲ πολλὰ ζητήματα (πολιτικά, στρατιωτικά), νὰ ἐκφράσουν πλῆθος νέων ἰδεῶν καὶ ἔτσι ἦταν πρακτικὰ ἀδύνατο νὰ περιορισθοῦν στὸ κλασσικὸ λεξιλόγιο[17].
Συνοψίζοντας, φαίνεται ὅτι στὸν Codex 65 χρησιμοποιεῖται γλώσσα ἀττικίζουσα μὲ ἐπιστημονικοὺς ὅρους. Ἂν τὸ ἔχει γράψει ὁ διδάσκων, τότε δὲν φαίνεται νὰ δίνει ἰδιαίτερη σημασία στὴν ὀρθογραφία, καθὼς  ἑστιάζει τὸ ἐνδιαφέρον του στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ διδάξει καλύτερα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐκθέτει. Ἡ ποιητικὴ χροιὰ ποὺ διαφαίνεται στὸ κείμενο καθιστᾶ εὐκολότερη τὴ μελέτη καὶ  προδιαθέτει τὸν ἀναγνώστη νὰ τὴ συνεχίσει περαιτέρω. Ἡ διδακτική ἱκανότητα τοῦ διδάσκοντα, στὴν ὁποία ἀναφέρομαι ἐκτενέστερα κατὰ τὸν μαθηματικὸ σχολιασμό τοῦ ἔργου, καθὼς καὶ οἱ μεθοδολογικές του γνώσεις, ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα, ὅτι πρόκειται γιὰ κάποιο λόγιο. Ἀκόμα πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ γλώσσα μπορεῖ νὰ ἔχει σὲ ὁρισμένα σημεῖα σκοπίμως ἐκλαϊκευθεῖ[18], προκειμένου ὁ συγγραφέας νὰ ἐπιτύχει τὸν στόχο του, δηλαδὴ νὰ γίνουν πλήρως κατανοητὰ τὰ πρὸς διαπραγμάτευση ζητήματα πρᾶγμα σύνηθες γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη.
Λαμβάνοντας σοβαρὰ ὑπόψιν τὶς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦσαν τότε[19], ἴσως ἀντιληφθοῦμε καλύτερα ποιές ἦταν οἱ προτεραιότητες καὶ τὰ οὐσιαστικὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦσαν ἐκείνους τοὺς δασκάλους. Εἶναι ὅμως πολὺ σημαντικό, ὅτι ἀκόμα καὶ τότε ἡ παλαιὰ ἐκπαιδευτικὴ παράδοση δὲν εἶχε χαθεῖ, ἀφοῦ καὶ οἱ κλάδοι π.χ. τῆς μαθηματικῆς τετρακτύος διδάσκονταν  ἀπὸ ἰδιῶτες δασκάλους[20].


[1] Ἡ λέξη  "μιλλιούνια" ἐμφανίζεται καὶ ὡς "μηλούρια", "μηλούνια", τὸ "μηλιούνιν" ἀντὶ "μιλλιούνι" (φ. 17v).
[2] Ὁ ὅρος "zensus" σημαίνει "διατίμηση φόρου". Βλ. Smith, Hist. Math., τόμ. II, σελ. 427.
[3] . Σταματάκου, Λεξικὸ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἐκδ Φοῖνιξ, Ἀθήνα 1971, τόμ. I, σελ. 794.
[4] Κουκουλέ, Βυζ. βίος, Ἀθήνα 1948, τόμ. XIII, σελ. 191, 251.
[5] . π., σελ. 188.
[6] Σταμάτη, Κριτ. Βυζ. βιβλ. Ἀριθμ., σελ.15
[7] Ὁ συγγραφέας πολλὲς φορὲς γράφει "ἥτις" ἀντὶ "ὅστις" (14v), "ἄρξου" ἀντὶ "ἄρχου" (17v) ἢ ἄρξαι· "ὧν προέθηκας" ἀντὶ " ἃ προέθηκας" (16r)· "ὥστε πολλαπλασιάσας ... καὶ ἑνῶσον" ἀντὶ ἑνώσας (κεφ. 147), "πόσων καράτων ἦν" ἀντὶ "πόσων καράτων εἶναι" (κεφ. 113)· "ἐμπόσαις" ἀντὶ "ἐν πόσαις" (κεφ. 70)· "διπλάζονται" ἀντὶ "διπλασιάζονται" (κεφ. 99)· "δηλῶσι" ἀντὶ "δηλοῦσι" (23v).
[8] Πρέπει νὰ εἴμαστε ἰδιαίτερα ἐπιφυλακτικοὶ σχετικὰ μὲ τὴν ὑπόθεση, ὅτι τὸ κείμενο γράφηκε καθ' ὑπαγόρευση, διότι τοῦτο δὲν συνηθιζόταν κατὰ τὴν Βυζαντινὴ ἐποχή. Βλ. Mioni, Εἰσ. Ἑλλ.  Παλ., σελ. 99.
[9] Σταμάτη, Κριτ. Βυζ. βιβλ. Ἀριθμ., σελ. 5.
[10] ὅ. π., σελ. 7.
[11] Γ. Ἠλιούδη, Ὁ ρυθμὸς καὶ ἡ ἁρμονία τοῦ λόγου σὲ λειτουργικὰ καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα τῶν Βυζαντινῶν, Πρακτικὰ Α Συνεδρίου Βυζαντινολόγων Ἑλλάδος καὶ Κύπρου, Ἰωάννινα 1999, σελ. 150.
[12] Θ. Δετοράκη, Προβλήματα τῆς Βυζαντινῆς Λεξικογραφίας, Πρακτικὰ Β Συνεδρίου Βυζαντινολόγων Ἑλλάδος καὶ Κύπρου, Ἀθήνα 2000, σελ. 153.
[13] Μπορεῖ νὰ συμβαίνει καὶ τὸ ἀντίστροφο, ἢ ἀκόμα κάποιος μορφωμένος νὰ κάνει σύνθεση λογίας καὶ δημώδους γραφῆς. Βλ. Τωμαδάκη, Κλεὶς Βυζ. Φιλ., σελ. 27.
[14] Ἁγνῆς Βασιλικοπούλου- Ἰωαννίδου, Ἡ ἀναγέννηση τῶν γραμμάτων κατὰ τὸν 12ον αἰ. στὸ Βυζάντιο καὶ ὁ Ὅμηρος, Ἀθήνα 1971, σελ. 54.
[15] Τωμαδάκη, Βυζ. ἐπιστ., σελ. 319.
[16]ὅ. π., σελ. 320.
[17] Krumbacher, στ. Βυζ. Λογ., σελ. 51.
[18] Ὁ δημώδης λόγος  - ἰδιαίτερα στὴν ἐπιστολογραφία - εἰσέρχεται πολὺ ἀργὰ (διὰ τοῦ Ἱ. Βρυεννίου καὶ τοῦ Βησσαρίωνος) κατὰ τὴν τελευταία 50- ετία τῆς ζωῆς τοῦ Βυζαντίου. Βλ. Τωμαδάκη, Βυζ.  Ἐπιστ., σελ. 140.
[19] Κατὰ τὸν Pero Tafur, κατὰ τὴ χρονικὴ περίοδο 1437-1438, στὸ παλάτι καὶ στοὺς δρόμους τῆς Πόλης ἡ δυστυχία ἦταν ἐμφανέστατη στὸν λαό. Ἔβλεπε κανεὶς παντοῦ φτώχεια, θλίψη καὶ ἄθλιες συνθῆκες διαβίωσης. Στὴν Κωνσταντινούπολη ὑπῆρχε βέβαια μεγάλη ἐμπορικὴ κίνηση, ἀλλὰ τὸν κύριο ρόλο κατεῖχαν ξένοι, οἱ ὁποῖοι κινοῦνταν μὲ πλήρη ἐλευθερία ἐνῷ οἱ Βυζαντινοὶ κατάντησαν ἁπλοὶ θεατές. Βλ. Zakythinos, Crise mon., σελ. 37-39.
[20] Ἕνας δάσκαλος τῆς τετρακτύος ὑπῆρξε καὶ ὁ Ἰ. Βρυέννιος (1340-1430). Βλ. Ηunger, Βυζ. Λογ., σελ. 62.
Πηγή: Ἀνωνύμου Ἀριθμητική , ἔκδ. Μαρία Χάλκου, [Τὸ Μαθηματικὸ Περιεχόμενο τοῦ Codex Vindobonensis phil . Gr . 65 τοῦ 15ου αἰ. Εἰσαγωγή, Ἔκδοση καὶ Σχόλια], Κέντρο Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2006.
 

 Αν επιθυμείτε βιβλιογραφική αναφορά: